ΤΟ «ΟΧΙ» ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ἄρθρα

     Ἐν ὄψει τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, τῆς ἐπετείου τοῦ ΟΧΙ, ἁς φέρουμε στὸ νοῦ μας πόσες φορὲς στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία διατυπῶθηκε αὐτὴ ἡ ἄρνηση. Ἡ ἄρνηση στὴν ὑποταγή, ἡ ἄρνηση στὴν ὑποδούλωση, ἡ ἄρνηση στὴν ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας.

     Δὲν θὰ ἀπαριθμήσουμε ὅλες τὶς φορὲς ποὺ εἰπώθηκε τὸ ΟΧΙ, ἀλλὰ θὰ θυμηθοῦμε πολλὰ καὶ χαρακτηριστικὰ ΟΧΙ, τὰ ὁποῖα διατυπώθηκαν μὲ διαφορετικὰ λόγια, ἀλλὰ πάντα σὲ παρόμοιες συνθῆκες. Πάντα οἱ Ἕλληνες, ἄν καὶ λιγότεροι, εἶπαν ΟΧΙ σὲ πολυπληθέστερους ἐχθρούς.

    Κι αὐτὰ τὰ ΟΧΙ δὲν ὁδήγησαν πάντα στὴν νίκη, πολλὲς φορὲς ὁδήγησαν στὴν θυσία. Ὄμως πάντοτε τὰ ΟΧΙ ὁδηγοῦσαν στὴν δόξα καὶ στὴν ἐλευθερία. Ἁς δοῦμε, λοιπόν, μαζὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ ὄχι ποὺ ἀπάντησαν οἱ Ἕλληνες, γιατὶ πάντα γνώριζαν συνειδητὰ ἤ ἀσυνείδητα ὅτι: «τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ’ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον» (Δηλαδή: εὐτυχισμένος εἶναι ὁ ἐλεύθερος κι ἐλεύθερος εἶναι ὁ γενναῖος).

«Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.»

Ἕκτωρ

    Ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ παπποὺς μας ὁ Ὅμηρος στὴν Ἰλιάδα, ὅταν οἱ Τρῶες ἐτοιμάζονταν νὰ ἐπιτεθοῦν στὰ πλοῖα τῶν Ἀχαιῶν, πέταξε στὸν οὐρανό, στὰ ἀριστερὰ τοῦ στρατοῦ,  ἕνας μεγάλος κι ἐπιβλητικὸς ἀετός, ποὺ κρατοῦσε στὰ νύχια του ἕνα κόκκινο, πελώριο, πληγωμένο φίδι. Τὸ φίδι χτυπιόταν καὶ κατάφερε νὰ δαγκώσει τὸν ἀετὸ στὸ στῆθος, κοντὰ στὸν λαιμό. Ἀπὸ τὸν πόνο, τὸ μεγάλο ἁρπακτικὸ ἄφησε τὸ φίδι νὰ πέσει καὶ πέταξε κρώζωντας μακριά.

    Μόλις τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Πολυδάμας, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἥρωες τῶν Τρώων, τὸ θεώρησε κακὸ οἰωνό. Συμβούλευσε, λοιπόν, τὸν Ἕκτορα, τὸ πιὸ ἄξιο καὶ δυνατὸ βασιλόπουλο τῆς Τροίας κι ἀρχηγὸ τοῦ τρωικοῦ στρατοῦ, νὰ μὴν πολεμήσουν τοὺς Ἀχαιοὺς γύρω ἀπὸ τὰ πλοῖα τους, γιατὶ θὰ πάθουν ὅ,τι ἔπαθε κι ὁ ἀετός. Τότε ὁ περήφανος Ἕκτωρ κοίταξε λοξὰ τὸν Πολυδάμαντα, τὸν ἐπέπληξε καὶ τοῦ εἶπε τὴν χαρακτηριστική αὐτὴ φράση: «Ὁ καλλίτερος οἰωνὸς ἀπὸ ὅλους εἶναι νὰ ὑπερασπίζεσαι τὴν πατρίδα σου».

 

«Μολὼν λαβέ»

Λεωνίδας

  Ἁς μεταφερθοῦμε στὸ 480 π.Χ. Βρισκόμαστε στὰ στενὰ τῶν Θερμοπυλῶν. Ὁ Μέγας βασιλεύς, δηλαδή, ὁ ἡγέτης τῆς Περσίας, τῆς μεγαλύτερης καὶ ἰσχυρότερης αὐτοκρατορίας ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἔχει στρατοπεδεύσει μὲ τὸν ἀναρίθμητο καὶ φοβερό στρατό του μπροστὰ στὰ στενὰ τῶν Θερμοπυλῶν. Ἀπέναντί του ἔχει κάτι λίγους τρελούς ποὺ δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ περάσει. Εἶναι, ὄμως, βέβαιος ὅτι μόλις καταλάβουν πόσο μεγάλος καὶ δυνατὸς εἶναι ὁ στρατός του θὰ παραδοθοῦν. Σιγὰ νὰ μὴν τολμήσουν αὐτοὶ τόσο λίγοι ποὺ εἶναι, νὰ τὰ βάλουν μαζί του! Ἀλλὰ πρὸς ἔκπληξή του, ὄχι μόνο δὲν παραδίνονται, ἀλλὰ ἀθλοῦνται καὶ περιποιοῦνται τὰ μαλλιά τους προετοιμαζόμενοι γιὰ τὴν μάχη! Ἔ, δὲν πάει ἄλλο! Θὰ τοὺς προτείνει αὐτὸς νὰ παραδοθοῦν! Ἔρχονται, λοιπόν, οἱ Πέρσες ἀπεσταλμένοι νὰ συναντήσουν τὸν Σπαρτιάτη βασιλιὰ Λεωνίδα. Καὶ πρὸς ἔκπληξή τους δὲν ἀντικρύζουν κανέναν χρυσοστολισμένο, ὑπερφίαλο μονάρχη, ὅπως εἴχαν συνηθίσει. Βλέπουν ἕναν ἁπλό, ἥρεμο, σοβαρὸ κι ἀποφασιστικὸ ἄνδρα μὲ βλέμμα ἰκανὸ νὰ τοὺς καθηλώσει. Κι ὅταν τοῦ ζήτησαν νὰ παραδώσει τὰ ὅπλα, ἀκοῦν νἀ βγαίνουν ἀπὸ τὰ χείλη του, λακωνικὰ κι αὐστηρά, μόνο δύο λέξεις: «Ἕλα νὰ τὰ πάρεις»!

 

«Τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι,
οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ·
κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν
καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ Δραγάσης Παλαιολόγος

    Κι ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῆς Σπάρτης τοῦ 480 π.Χ ἁς ἔρθουμε στὸν Σπαρτιάτη Δεσπότη τοῦ Μυστρᾶ καὶ τελευταῖο αὐτοκράτορα τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, (τοῦ Βυζαντίου). Εἵμαστε στὰ 1453 μ.Χ., μῆνα Μάιο. Ὁ ἑλληνισμὸς τῶρα λέγεται ῥωμιοσύνη, ἀλλὰ ἡ οὐσία δὲν ἔχει ἀλλάξει. Ὁ παντοδύναμος τότε Σουλτάνος τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, Μωάμεθ Β΄, ἔχει βάλει στὸ μάτι τὴν Πόλη τῶν πόλεων, τὴν Βασιλεύουσα, τὴν ἄλλοτε παντοδύναμη Κωνσταντινούπολη. Ἔχει ὡς πρότυπό του τὸν στρατηλάτη Μέγα Ἀλέξανδρο καὶ παρ’ ὅλο ποὺ εἶναι μόλις 21 ἐτῶν ἔχει στόχο κι ὄνειρό του αὐτὸ ποὺ ὅλοι οἱ λαοὶ ἐπεδίωκαν τότε: Νὰ γίνει ὁ πορθητὴς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρατάσσει τὸν πανίσχυρο στρατό του, τὶς πολεμικὲς μηχανές του καὶ τὸ τεράστιο κανόνι του μπροστὰ στὰ τείχη τῆς Βασιλεύουσας καὶ στέλνει ἀπεσταλμένους του στὸν Κωνσταντῖνο. Τοῦ τάζει ὅ,τι θέλει: Θὰ ζήσει πλούσιος, ὅπου κι ὅπως ἐπιθυμεῖ, ἀρκεῖ νὰ παραδώσει τὴν Κωνσταντινούπολη στοὺς Τούρκους. Κι ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας τῆς Ῥωμιοσύνης τὰ ζυγίζει μέσα του. Εἶναι ἐντελῶς μόνος. Ἡ Δύση τὸν ἐγκατέλειψε, ἡ Ἐκκλησία τὸν ἐχθρεύεται, οἱ ἄνδρες ἀντὶ γιὰ στρατιῶτες γίνονται καλόγεροι, οἱ δυνάμεις λίγες, ἡ οἰκονομία πενιχρή, πολλοὶ ἄρχοντες συμμαχοῦν μὲ τὸν Μωάμεθ. Μόνο λίγοι μισθοφόροι στέκονται στὸ πλευρό του. Κι ἐν μέσῳ χάους ἀποφασίζει νὰ σηκώσει μόνος στοὺς ὥμους του τὴν μοίρα τῆς πατρίδας του. Δὲν θὰ παραδώσει! Δὲν θὰ προδώσει! Ἥρεμα κι ἀποφασιστικὰ ἀπαντᾷ στὸν Σουλτάνο: «Τὸ νὰ σοῦ παραδώσω τὴν Πόλη, εἶναι κάτι ποὺ οὔτε ἐγώ, οὔτε ὅσοι κατοικοῦν σὲ αὐτὴν μποροῦμε νὰ τὸ ἀποφασίσουμε. Μὲ κοινή μας ἀπόφαση θὰ πεθάνουμε ὅλοι μὲ τὴν θέλησή μας καὶ δὲν θὰ λυπηθοῦμε τὴν ζωή μας».

 

«Ἐλευθερία ἤ θάνατος»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

    Ἡ θυσία τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ἔδωσε δικαίωμα πολλὰ χρόνια ἀργότερα σὲ ἄλλον ἕναν μεγάλο ἄνδρα νὰ πολεμήσει γιὰ τὴν ἐλευθερία. Ἁς μεταφερθοῦμε στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὅταν οἱ Ἕλληνες πολεμοῦσαν γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

    Ὁ Γουίλλιαμ Χάμιλτον, διοικητὴς τῶν ἀγγλικῶν πολεμικῶν πλοίων ποὺ περιπολοῦσαν τὸ Αἱγαῖο, γιὰ νὰ προστατεύουν τὰ ἀγγλικὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, πρότεινε στὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη νὰ μεσολαβήσει ἡ Ἀγγλία στὸν σουλτάνο, ὥστε νὰ γίνει συμβιβασμὸς καὶ νὰ σταματήσει ὁ πόλεμος. Ἁς δοῦμε τί μᾶς λέει ὁ Γέρος τοῦ Μοριά:

«Μίαν φοράν, ὅταν ἐπήραμεν τὸ Ναύπλιον, ἦλθε ὁ Ἅμιλτων νὰ μὲ ἰδῆ. Μοῦ εἶπε ὅτι: «Πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ζητήσουν συμβιβασμόν καὶ ἡ Ἀγγλία νὰ μεσιτεύσῃ»
Ἐγὼ τοῦ ἀποκρίθηκα ὅτι: «Αὑτό δὲν γίνεται ποτέ, ἐλευθερία ἤ θάνατος. Ἑμεῖς, καπετάν Ἅμιλτων, ποτὲ συμβιβασμὸν δὲν ἐκάμαμεν μὲ τὸν Τοῦρκο. Ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ ἄλλοι, καθὼς ἑμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπὸ γενεὰ εἰς γενεά. Ὁ βασιλεύς μας (Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος)  ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δὲν ἔκαμε. Ἡ φρουρά του, εἶχε παντοτινὸν πόλεμον με τοὺς Τούρκους, καὶ δύο φρούρια ἦταν πάντοτε ἀνυπότακτα». Μὲ εἶπε: «Ποία εἶναι ἡ βασιλικὴ φρουρά του, ποία εἶναι τὰ φρούρια;» «Φρουρά τοῦ βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι κλέφτες, τὰ φρούρια ἡ Μάνη καὶ τὸ Σούλι καὶ τὰ βουνά». Ἔτσι δὲν μὲ ὡμίλησε πλέον”

«Μοῦ γράφεις ἕνα μπουγιουρντί, λέγεις νὰ προσκυνήσω‧
κι ἐγώ, πασά μου, ῥώτησα τὸν ποῦτ…ον μου τὸν ἴδιον
κι αὐτὸς μοῦ ἀποκρίθηκε νὰ μὴ σὲ προσκυνήσω‧
κι ἄν ἔλθῃς κατ’ ἐπάνω μου, εὐθὺς νὰ πολεμήσω!»

Γεώργιος Καραϊσκάκης

     Τὴν ἀποφασιστικότητα καὶ τὴν ἀνδρεία τῶν λεγομένων τοῦ Κολοκοτρώνη κρύβουν καὶ τὰ λόγια τοῦ Καραϊσκάκη, μόνο ποὺ τὰ διατύπωνε μὲ τὸν δικό του χαρακτηριστικό, ἀθυρόστομο τρόπο. Τὴν παραπάνω ἀπάντηση ἔστειλε   ὁ γιὸς τῆς καλογριᾶς στὸν Μαχμοὺτ πασά Σκόδρα, ὁ ὁποῖος σὲ μήνυμά του τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823 ἔδινε στὸν Καραϊσκάκη δεκαπέντε ἡμέρες διορία, γιὰ νὰ σκεφτεῖ ἐὰν θέλει νὰ συμμαχήσει μαζί του, ἀλλιῶς θὰ τὸν πολεμοῦσε.

 

«Πάτε κι ἐσεῖς κι ἡ πίστη σας, μουρτάτες, νὰ χαθεῖτε·
ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα, Γραικὸς θέλ’ ἀποθάνω.»

Ἀθανάσιος Διάκος

    Ἔτσι σώζει ἡ δημοτική μας ποίηση τὰ λόγια τοῦ τόσο νωρὶς χαμένου πολεμιστῆ τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1821 ὁ Διάκος καὶ τὰ παλληκάρια του τὰ βάζουν μὲ πολὺ μεγαλύτερες δυνάμεις τῶν Τούρκων στὴν μάχη τῆς Ἀλαμάνας. Ἡ μάχη χάνεται, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ὁπλαρχηγοὶ ποὺ στήριζαν τὸν Διάκο ἀναγκάστηκαν νὰ ὑποχωρήσουν καὶ τὸ μέτωπο κατέρρευσε. Ὁ Διάκος πολεμάει σὰν μανιασμένο λιοντάρι κι ἀντὶ νὰ φυλάξει τὴν τελευταία του σφαῖρα γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει, ὅπως εἶχε ἀποφασίσει, ὥστε νὰ μὴν πέσει στὰ χέρια τῶν Τούρκων, τὴν ῥίχνει γιὰ νὰ σκοτώσει ἕναν Τοῦρκο ἀκόμη. Ἔτσι συλλαμβάνεται ζωντανὸς κι ὁδηγεῖται μπροστὰ στὸν Ὁμὲρ Βρυώνη. Ὁ Ὁμὲρ Βρυώνης θαυμάζει καὶ συμπονᾶ τὸν Διάκο, γιατὶ γνωρίζονταν ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσαν στὴν αὐλὴ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ τῆς Ἠπείρου. Ἄλλωστε κι ὁ ἴδιος ὁ Ὁμὲρ Βρυώνης ἦταν Ἕλληνας Γενίτσαρος. Θέλοντας νὰ γλιτώσει τὸν Διάκο τοῦ προτείνει νὰ τουρκέψει καὶ νὰ πολεμήσει στὸν τουρκικὸ στρατό. Ὁ ἥρωας δὲν δίστασε νὰ δώσει τὴν παραπάνω ἀπάντηση, ἄν καὶ γνώριζε, πὼς αὐτὴ θὰ ἦταν καὶ ἡ θανατική του καταδίκη.

 

«Alors, c’est la guerre!» (Λοιπόν, αὐτὸ σημαίνει πόλεμο!)

Ἰωάννης Μεταξὰς

   Στὰ γαλλικὰ μίλησαν ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδας Ἰωάννης Μεταξὰς κι ὁ Ἰταλὸς πρέσβης Ἐμανουέλε Γκράτσι. Ἦταν 28 Ὀκτωβρίου 1940, 3.00 τὰ χαράματα. Ὁ Γκράτσι βρισκόταν στὴν ἐξώπορτα τῆς μικρῆς οἰκίας τοῦ Μεταξᾶ στὴν Κηφησιά. Τὸ κουδούνι τῆς πόρτας ξύπνησε τὸν Μεταξά, ὁ ὁποῖος ἐμφανίστηκε σὲ μιὰ μικρὴ πλαϊνὴ πόρτα φορῶντας μία βαμβακερὴ ῥόμπα καὶ τὸ καθόλου πολυτελὲς νυχτικό του. Ἔσφιξε τὸ χέρι τοῦ Γκράτσι, τὸν ὁδήγησε στὸ σαλόνι τοῦ σπιτιοῦ κι ὁ Ἰταλὸς ἀμέσως τοῦ ἔδωσε νὰ διαβάσει τὸ κείμενο ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ κυβέρνηση. Οὐσιαστικὰ ἐπρόκειτο γιὰ τελεσίγραφο μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Ἰταλία ἀπαιτοῦσε νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ ἡ ἐλεύθερη διέλευση τῶν στρατευμάτων της ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ ἐδάφη ἀπὸ τὶς 6 π.μ. τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940. Ὁ Μεταξᾶς πῆρε τὸ γραπτὸ στὰ χέρια του κι ἄρχισε ἥρεμα καὶ σιωπηλὰ νὰ τὸ διαβάζει. Καθὼς διάβαζε, τὰ μάτια του βούρκωναν πίσω ἀπὸ τά γυαλιά του. Τελείωσε. Σήκωσε τὰ μάτια του. Κοίταξε κατάματα τὸν Ἰταλὸ καὶ μὲ σταθερὴ φωνή τοῦ ἔδωσε τὴν παραπάνω ἀπάντηση. Τὴν ἀπάντηση αὐτήν, τὴν ἀγκάλιασαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ τὴν εἶπαν ἁπλά: ΟΧΙ! Μὲ τὸ ὄχι στὴν καρδιά, μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη καὶ μὲ εὐχὲς ἀπὸ μανάδες καὶ συζύγους οἱ Ἕλληνες ἔτρεχαν γιὰ τὸ μέτωπο, γιὰ νὰ πετάξουν στὴν θάλασσα τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδας.

 

«Μολὼν λαβέ»

Γρηγόρης Αὑξεντίου

     Μετὰ τὴν λήξη τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου ἡ Ἑλλάδα ἀνέκτησε τὰ Δωδεκάνησα τὸ 1947. Πόσα ὄμως ἑλληνικὰ  ἐδάφη δὲν ἐλευθερώθηκαν; Ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ καὶ τὸ μαρτυρικὸ νησὶ τῆς Ἀφροδίτης, ἡ Κύπρος. Τὴν 1η Ἀπριλίου 1955 ξεκίνησε τὴν ἔνοπλη δράση της ἡ Ἐθνικὴ Ὀργάνωσις Κυπρίων Ἀγωνιστῶν (ΕΟΚΑ) μὲ σκοπὸ τὴν ἀποτίναξη τῆς βρετανικῆς ἀποικιοκρατίας καὶ τὴν ἕνωση μὲ τὴν Ἑλλάδα.

      Στὶς 3 Μαρτίου 1957 ὁ Γρηγόρης Αὑξεντίου, ὑπαρχηγὸς της ΕΟΚΑ, 29 χρονῶν παλληκάρι βρίσκεται περικυκλωμένος ἀπὸ ἑνα ὁλόκληρο βρετανικὸ σύνταγμα στὸ κρησφύγετό του στὸν Μαχαιρᾶ. Προδότης φανέρωσε στοὺς Ἄγγλους κατακτητὲς τὸ σπήλαιο ὅπου εἶχε καταφύγει. Ἕνας Ἄγγλος στρατιώτης πλησιάζει τὸ στόμιο τοῦ σπηλαίου καὶ ζητάει ἀπὸ τὸν Αὐξεντίου νὰ παραδοθεῖ. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἀντήχησαν τὰ ἴδια λόγια ποὺ εἰπώθηκαν αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ Λεώνιδα μαζὶ μὲ μία ῥιπὴ ἀπὸ τὸ ὅπλο τοῦ Ἕλληνα ἥρωα ποὺ ἔριξε νεκρὸ τὸν Ἄγγλο. Οἱ Ἄγγλοι ἐξοργίστηκαν! Ἄρχισαν νὰ ῥίχνουν χειροβομβίδες καὶ δακρυγόνα κι ἐπιχείρησαν δύο σφοδρότατες ἐπιθέσεις μὲ καταιγιστικὰ πυρὰ ὅλων τῶν τύπων ὅπλων ποὺ διέθεταν. Μὰ κάθε φορὰ ποὺ πλησίαζαν τὸ σπήλαιο ἔπεφταν νεκροὶ ἀπὸ τὰ ὅπλα τοῦ παλληκαριοῦ. Ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ ἀπόγευμα διήρκεσε ἡ μάταιη πολιορκία κι ἕνα βρετανικὸ σύνταγμα δὲν μποροῦσε νὰ συλλάβει ἕναν ἄνδρα. Ἡ λύση ποὺ βρήκαν ἦταν νὰ κάψουν τὸν ἥρωα ζωντανό. Ἔχυσαν βενζίνη στὴν σπηλιὰ κι ἄναψαν φωτιά. Κατάφεραν νὰ συλλάβουν μιὰ χοῦφτα στάχτη.

 

«Οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιούμεθα, ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς»

Κυριάκος Μάτσης

   Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1956 ὁ ἥρωας τῆς ΕΟΚΑ Κυριάκος Μάτσης συλλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους ἀποικιοκράτες καὶ ὑφίσταται ἐπὶ ἡμέρες φρικτὰ βασανιστήρια προκειμένου νὰ προδώσει τοὺς συμπολεμιστές του. Καθὼς δὲν ὑποκύπτει, τὸν ἐπισκέπτεται ὁ ἴδιος ὁ Βρετανὸς κυβερνήτης κι ἀρχηγὸς τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων στὴν Κύπρο, Τζὼν Χάρντινγκ. Τοῦ ὑπόσχεται τὴν ἐλευθερία του καὶ 500.000 λίρες, ἐὰν τοῦ ἀποκαλύψει ποῦ κρύβεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας Διγενής. Ὁ Μάτσης τὸν κοιτάζει κατάματα, χτυπάει τὸ χέρι του στὸ τραπέζι καὶ δίνει τὴν παραπάνω ἀπάντηση. Ὁ Ἄγγλος στρατάρχης ἔφυγε ἄπρακτος.

    Κι ἀπὸ τὸ 1956 ἁς κάνουμε ἕνα ἅλμα στὸ σήμερα. Ἀπὸ τότε ἔως τώρα εἰπώθηκαν ἄλλα ὄχι; Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι οἱ κύκλοι τῆς ἱστορίας θὰ δημιουργήσουν πάλι τὶς περιστάσεις ποὺ θὰ χρειαστεῖ νὰ εἰπωθοῦν γενναῖα καὶ ἠχηρὰ ὄχι. Γι’ αὐτὸ τὸ Ἑρμεῖον διδάσκει στοὺς μαθητές του τὴν ἱστορία καὶ τοὺς ζητάει νὰ μάθουν ἀπ’ ἔξω ἕναν ὄμορφο στῖχο καὶ νὰ δίνουν μὲ αὐτὸν μιὰ ὑπόσχεση. Πρόκειται γιὰ ἕναν στῖχο πού, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος, τραγουδοῦσαν τὰ παιδιὰ σὲ μία γιορτὴ τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, ἐνῶ χόρευαν ἀνάμεσα στοὺς παπποῦδες καὶ στοὺς πατεράδες τους:

«Ἄμμες δὲ γ’ ἐσσόμεθα πολλῶ κάρρονες»

(Ἐμεῖς θὰ γίνουμε ἀσφαλῶς πολὺ καλλίτεροι)

 

Δείτε επίσης

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΡΜΗ
ΚΥΡΙΑ, ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΑΘΩ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ;